google-site-verification: google7d163f36c123bf95.html

Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2011

Η ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΤΟ...ΕΓΩ

Έχω ακούσει ότι υπήρχε κάποτε ένα πολύ παλιό και μεγαλοπρεπές δέντρο, με κλαδιά που υψώνονταν προς τον ουρανό. Όταν πλησίαζε η εποχή ν’ ανθίσει, πετούσαν γύρω του πεταλούδες, σε όλα τα σχήματα, τα μεγέθη, τα χρώματα. Όταν έβγαζε μπουμπούκια και καρπούς, έρχονταν πουλιά από μακρινές χώρες και κελαηδούσαν στα κλαδιά του που, σαν απλωμένα χέρια, ευλογούσαν όσους κάθονταν στη σκιά τους.

Συχνά ερχόταν κι ένα αγοράκι να παίζει από κάτω του και σιγά-σιγά το δέντρο άρχισε να αγαπάει το μικρό παιδάκι.

Η αγάπη ανάμεσα στο μεγάλο και στο μικρό είναι δυνατόν να υπάρξει, αν το μεγάλο δεν έχει επίγνωση του ότι είναι μεγάλο.

Το δέντρο δεν ήξερε ότι ήταν μεγάλο. Αυτού του είδους η γνώση υπάρχει μόνο στον άνθρωπο. Το μεγάλο έχει πάντα σαν βασικό ενδιαφέρον το εγώ, αλλά για την αγάπη τίποτα δεν είναι μεγάλο ή μικρό. Η αγάπη αγκαλιάζει οτιδήποτε την πλησιάζει.

Έτσι λοιπόν αναπτύχθηκε στο δέντρο μια αγάπη για το μικρό αγόρι, που ερχόταν να παίξει κοντά του. Τα κλαδιά του ήταν ψηλά, αλλά τα λύγιζε κι έσκυβε χαμηλά, για να μπορεί ο μικρός να κόβει τα λουλούδια του και να μαζεύει τους καρπούς του.

Η αγάπη είναι πάντοτε διατεθειμένη να λυγίσει, το εγώ δεν είναι ποτέ διατεθειμένο να σκύψει.

Αν πλησιάσεις το εγώ, τα κλαδιά του θα τεντωθούν ακόμα περισσότερο προς τα πάνω. Θα σκληρύνει και δεν θα μπορείς να το φτάσεις.Το παιδάκι ερχόταν να παίξει και το δέντρο έσκυβε τα κλαδιά του. Το δέντρο χαιρότανε πολύ όταν το παιδάκι έκοβε τα λουλούδια του. Όλη του η ύπαρξη γέμιζε με τη χαρά της αγάπης.



Η αγάπη χαίρεται όταν μπορεί να δώσει. Το εγώ χαίρεται όταν μπορεί να πάρει.

Το αγόρι μεγάλωσε. Άλλες φορές κοιμόταν στην αγκαλιά του δέντρου, άλλοτε έτρωγε τα φρούτα του και άλλοτε φορούσε ένα στεφάνι από λουλούδια του δέντρου, παριστάνοντας το βασιλιά της ζούγκλας.

Μπορεί να γίνει κανείς βασιλιάς όταν υπάρχουν τα λουλούδια της αγάπης,
αλλά γίνεται φτωχός και δυστυχισμένος όταν υπάρχουν τα αγκάθια του εγωισμού.


Όταν το δέντρο έβλεπε το παιδάκι να φοράει ένα λουλουδένιο στεφάνι και να χορεύει, γέμιζε από χαρά. Κουνούσε το κεφάλι με αγάπη, τραγουδούσε με το αεράκι. Το αγόρι όλο και μεγάλωνε. Άρχισε να σκαρφαλώνει στο δέντρο και να κουνιέται από τα κλαδιά του. Το δέντρο ήταν ευτυχισμένο και το παιδί ξεκουραζόταν στα κλαδιά του.

Η αγάπη χαίρεται όταν χαρίζει ξεκούραση. Το εγώ χαίρεται μόνον όταν προκαλεί στενοχώρια.


Με το πέρασμα του χρόνου, προστέθηκαν καινούρια καθήκοντα στο αγόρι. Η φιλοδοξία μεγάλωσε, είχε να περάσει διαγωνισμούς, να συναντήσει και να μιλήσει με φίλους, έτσι έπαψε να έρχεται συχνά. Το δέντρο όμως, τον περίμενε με αγωνία. Από την ψυχή του φώναζε: “Έλα, έλα! Σε περιμένω!”


Η αγάπη περιμένει μέρα και νύχτα.
Και το δέντρο περίμενε. Ήταν λυπημένο που δεν ερχόταν το αγόρι.
Η αγάπη είναι λυπημένη, όταν δεν μπορεί να μοιραστεί.
Η αγάπη είναι λυπημένη, όταν δεν μπορεί να δώσει. Η αγάπη αισθάνεται ευγνωμοσύνη, όταν μπορεί να μοιραστεί.

Όταν μπορεί να παραδοθεί ολοκληρωτικά, τότε η αγάπη είναι ευτυχισμένη.
Όσο μεγάλωνε, τόσο λιγότερο ερχόταν στο δέντρο το αγόρι. Ο άνθρωπος καθώς μεγαλώνει, καθώς αυξάνονται οι φιλοδοξίες του, βρίσκει όλο και λιγότερο χρόνο για την αγάπη. Το αγόρι τώρα ήταν απορροφημένο με άλλα θέματα.
Μια μέρα, καθώς περνούσε, το δέντρο τού είπε: “Σε περιμένω, αλλά δεν έρχεσαι. Κάθε μέρα προσδοκώ ότι θα ’ρθεις. ”
Το αγόρι είπε: “Και τι έχεις; Γιατί να ’ρθω σε σένα; Μήπως έχεις χρήματα; Εγώ ψάχνω για χρήματα.”
Το εγώ έχει πάντα ανάγκη από κάποιο κίνητρο. Μόνον όταν εξυπηρετείται κάποιος σκοπός, έρχεται το εγώ.

Η αγάπη όμως δεν έχει κίνητρα. Η αγάπη η ίδια είναι η ανταμοιβή της. Το εγώ συσσωρεύει, αλλά η αγάπη δίνει χωρίς όρους.


Κατάπληκτο το δέντρο είπε: “Δηλαδή, θα έρθεις μόνον αν σου δώσω κάτι; Πάνω μας ανθίζουν λουλούδια, μεγαλώνουν καρποί, δίνουμε ευεργετική σκιά, χορεύουμε με τον αέρα, τραγουδάμε τραγούδια, τα πουλάκια πηδάνε στα κλαδιά μας και τιτιβίζουν, παρόλο που δεν έχουμε χρήματα. Τη μέρα που θ’ ανακατευτούμε με τα χρήματα, θα χρειαστεί να πάμε στους ναούς όπως εσείς, οι αδύνατοι άνθρωποι, για να μάθουμε πώς ν’ αποκτήσουμε ηρεμία, για να μάθουμε πώς να βρούμε την αγάπη. Όχι, εμείς δεν έχουμε καμία ανάγκη τα χρήματα.”

Το αγόρι είπε: “Γιατί, λοιπόν, να έρθω σε σένα; Θα πάω όπου υπάρχουν χρήματα. Χρειάζομαι χρήματα.”
Το εγώ ψάχνει το χρήμα, γιατί χρειάζεται δύναμη.

Το δέντρο σκέφτηκε για λίγο και είπε: “Μη φύγεις, αγαπημένε μου. Μάζεψε τους καρπούς μου και πούλησέ τους. Έτσι θα έχεις χρήματα.”
Το παιδί έλαμψε αμέσως. Σκαρφάλωσε και μάζεψε όλους τους καρπούς του δέντρου, τίναξε για να πέσουν ακόμα και οι άγουροι. Το δέντρο ήταν ευτυχισμένο, παρόλο που μερικά κλαδιά έσπασαν, παρόλο που μερικά φύλλα του είχαν πέσει στο χώμα.

Ακόμα και αν σπάσει η αγάπη, νιώθει ευτυχία, το εγώ όσα και να αποκτήσει, δεν είναι ευτυχισμένο. Το εγώ πάντα θέλει περισσότερα.

Το δέντρο δεν πρόσεξε ότι το αγόρι ούτε γύρισε να το κοιτάξει και να το ευχαριστήσει. Είχε ανταμειφθεί όταν το αγόρι δέχτηκε την προσφορά να μαζέψει και να πουλήσει τους καρπούς του.

Το παιδί, για πολύ καιρό, δεν ξαναγύρισε. Τώρα είχε χρήματα και ήταν απασχολημένο με το να βγάλει και άλλα χρήματα. Είχε ξεχάσει το δέντρο εντελώς. Το δέντρο ήταν λυπημένο. Λαχταρούσε να γυρίσει το παιδί, όπως η μάνα που το στήθος της είναι γεμάτο γάλα, αλλά έχει χάσει το γιο της. Όλη της η ύπαρξη επιθυμεί το γιο, τον ψάχνει για να ’ρθει να την ελαφρώσει. Τέτοια ήταν και η εσωτερική κραυγή του δέντρου. Όλη του η ύπαρξη αγωνιούσε.

Μετά από πολλά χρόνια, ενήλικος πια, το αγόρι γύρισε στο δέντρο.
Το δέντρο είπε: “Έλα, αγόρι μου. Έλα κι αγκάλιασέ με.”
Ο άντρας είπε: “Σταμάτα τους συναισθηματισμούς. Αυτά ήταν παιδιάστικα πράγματα. Δεν είμαι πια παιδί.”

Το εγώ βλέπει την αγάπη σαν μια τρέλα, μια παιδική φαντασίωση.

Ο άντρας είπε: “Σταμάτα τις άχρηστες κουβέντες. Χρειάζομαι να χτίσω ένα σπίτι. Μπορείς να μου δώσεις ένα σπίτι;”

Το δέντρο απόρησε: “Ένα σπίτι! Δεν έχω σπίτι. Μόνον οι άνθρωποι ζουν σε σπίτια. Κανένας άλλος δεν ζει σε σπίτι, παρά μόνον ο άνθρωπος. Κι έχεις προσέξει την κατάστασή του μετά από το κλείσιμό του σε τέσσερις τοίχους; Όσο πιο μεγάλο το κτίριο, τόσο μικρότερος γίνεται ο άνθρωπος. Εμείς δεν ζούμε σε σπίτια, αλλά μπορείς να κόψεις και να πάρεις τα κλαδιά μου, οπότε θα μπορέσεις να χτίσεις ένα σπίτι.”

Χωρίς να χάσει χρόνο, ο άντρας έφερε το τσεκούρι και έκοψε όλα τα κλαδιά του δέντρου. Τώρα το δέντρο ήταν ένας σκέτος κορμός. Αλλά την αγάπη δεν τη νοιάζουν αυτά, ακόμη κι αν της κόψουν τα άκρα για τον αγαπημένο.Αγάπη σημαίνει δόσιμο. Η αγάπη είναι πάντα έτοιμη να δώσει.

Ο άντρας ούτε που ευχαρίστησε το δέντρο. Έχτισε το σπίτι του. Και οι μέρες έγιναν χρόνια.

Ο κορμός όλο και περίμενε. Ήθελε να τον φωνάξει, αλλά δεν είχε ούτε κλαδιά ούτε φύλλα, για να του δώσουν δύναμη. Ο αέρας φυσούσε δίπλα του, αλλά δεν κατάφερνε ούτε στον αέρα να δώσει ένα μήνυμα.

Μέσα στην ψυχή του όμως, αντηχούσε μια προσευχή μόνο: “Έλα, έλα, αγαπημένε μου. Έλα.”
Μα δεν γινόταν τίποτα.

Τα χρόνια πέρασαν κι ο άντρας είχε πια γεράσει. Κάποια μέρα περνούσε από εκεί και ήρθε και στάθηκε κοντά στο δέντρο.

Το δέντρο ρώτησε: “Τί άλλο μπορώ να κάνω για σένα; Ήρθες μετά από πάρα πολλά χρόνια. Ανησυχούσα μήπως πνίγηκες ή χάθηκες. Ξέρεις πόσο πολύ ήθελα όλα αυτά τα χρόνια να είχα νέα σου. Καθώς πλησιάζει το τέλος της ζωής μου, ήθελα τουλάχιστον να είχα νέα σου. Θα μπορούσα να πεθάνω ευτυχισμένο μαθαίνοντας νέα σου. Ξέρω ότι ακόμη και να μπορούσα να σε φωνάξω, δεν θα ερχόσουν. Δεν έχω τίποτα να δώσω κι εσύ καταλαβαίνεις μόνο τη σχέση που έχει κάτι να σου προσφέρει.”

Το εγώ καταλαβαίνει μόνο αυτή τη σχέση: Να παίρνει. Η σχέση που δίνει είναι η αγάπη.

Ο γέρος είπε: “Τί μπορείς να κάνεις για μένα; Θέλω να πάω σε μακρινές χώρες και να κερδίσω κι άλλα χρήματα. Χρειάζομαι μια βάρκα, για να ταξιδέψω.”

Χαρούμενο το δέντρο είπε: “Αυτό δεν είναι πρόβλημα, αγαπημένε μου. Κόψε τον κορμό μου και φτιάξε μ’ αυτόν μια βάρκα. Θα μ’ έκανε τόσο ευτυχισμένο να μπορέσω να σε βοηθήσω να πας σε μακρινές χώρες, να κερδίσεις χρήματα. Θυμήσου μόνο σε παρακαλώ, ότι θα περιμένω τον γυρισμό σου.”

Ο άντρας έφερε ένα πριόνι, έκοψε τον κορμό, έφτιαξε μια βάρκα και σαλπάρισε.

Τώρα το δέντρο είναι ένα μικρό κούτσουρο και περιμένει τον γυρισμό του αγαπημένου του. Και περιμένει και περιμένει και περιμένει. Ο άντρας δεν πρόκειται να επιστρέψει ποτέ.

Το εγώ δεν πηγαίνει ποτέ εκεί που δεν έχει κάτι να κερδίσει και τώρα το δέντρο δεν έχει τίποτα, μα τίποτα, να προσφέρει. Το εγώ δεν πηγαίνει όπου δεν υπάρχει κανένα κέρδος. Το εγώ είναι ένας αιώνιος ζητιάνος, σε μια συνεχή κατάσταση ζητιανιάς και η αγάπη είναι φιλανθρωπία. Η αγάπη είναι βασιλιάς, αυτοκράτορας. Υπάρχει ανώτερος άρχοντας από την αγάπη;

                                                [Αρχαία Ινδική ιστορία]